Κυρία Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,
Συζητούμε σήμερα τον κρατικό προϋπολογισμό, ένα εργαλείο που καθορίζει όχι μόνο το οικονομικό, αλλά και το κοινωνικό αποτύπωμα της χώρας μας για το επόμενο έτος.
Ο προϋπολογισμός για το 2026 παρουσιάζεται αναπτυξιακός και ευθυγραμμισμένος με τις απαιτήσεις των διεθνών οίκων αξιολόγησης, τις Ευρωπαϊκές μας υποχρεώσεις και όχι μόνο. Ωστόσο, επιβάλλεται να δούμε την εικόνα που κρύβεται πίσω από τους αριθμούς. Είναι δυστυχώς πραγματικότητα ότι η εικόνα αυτή παρουσιάζει ένα κράτος που αντιμετωπίζει σημαντικά κοινωνικά προβλήματα που κανένας δείκτης ανάπτυξης δεν μπορεί να κρύψει. Ένας μεγάλος αριθμός συμπολιτών μας βρίσκονται σε ανάγκη βασικής οικονομικής στήριξης, παρά τις μεταρρυθμίσεις και τις προσπάθειες για ενίσχυση της κοινωνικής πολιτικής.
Σήμερα, θα ήθελα να εστιάσω ειδικά σε δύο ομάδες που αποτελούν τον θεμέλιο λίθο της κοινωνίας μας: τους ηλικιωμένους και τους νέους μας, των οποίων η ευημερία έχει τεθεί στο επίκεντρο του κοινοβουλευτικού έργου αρκετών από εμάς.
Πρώτα απ’ όλα, θα αναφερθώ στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι συμπολίτες μας της τρίτης ηλικίας οι οποίοι να σημειώσω, δεν ζητούν προνόμια αλλά σεβασμό, αξιοπρέπεια και ασφάλεια.
Οι συντάξεις σήμερα και ειδικότερα αυτές των χαμηλοσυνταξιούχων, των αγροτών ή ακόμα και των γυναικών που εργάστηκαν χωρίς πλήρη ασφαλιστική κάλυψη είναι ανεπαρκείς. Οι συνταξιούχοι, επηρεάζονται δυσανάλογα από τις αυξήσεις στις τιμές βασικών προϊόντων , των ενοικίων και των φαρμάκων.
Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Ποια πολιτεία μπορεί να θεωρείται υπεύθυνη όταν αφήνει τους ηλικιωμένους της σε αυτή την κατάσταση; Πώς μπορούμε να πανηγυρίζουμε για την οικονομική πορεία της χώρας όταν οι άνθρωποι που πρόσφεραν στον τόπο τους για μια ολόκληρη ζωή, δυσκολεύονται να ζήσουν με αξιοπρέπεια;
Οι ηλικιωμένοι σήμερα δεν οδηγούνται στην κοινωνική συμμετοχή, όπως διακηρύσσεται από το πρόγραμμα της Κυβέρνησης αλλά στην κοινωνική απομόνωση.
Ως ΔΗΣΥ αλλά κι εγώ προσωπικά ως Βουλεύτρια, αναδείξαμε πολλάκις τα ζητήματα που ταλανίζουν τους συνταξιούχους. Μεταξύ άλλων, αναδείξαμε την τραγική κατάσταση που επικρατεί στις στέγες ηλικιωμένων, το ζήτημα της κακοποίησης ατόμων τρίτης ηλικίας, της εγκατάλειψης τους από τις οικιακές βοηθούς, τις ελλείψεις στην κατ’ οίκον νοσηλεία και φροντίδα, καθώς επίσης και το θέμα του εγκλωβισμού των μεγάλης ηλικίας εκτοπισθέντων, οι οποίοι διαμένουν σε πολυκατοικίες συνοικισμών χωρίς ανελκυστήρα.
Η ευθύνη και το πρόβλημα στην περίπτωση αυτή, δεν ανήκει μόνο στο Υπουργείο Εσωτερικών αλλά και στο Υπουργείο Εργασίας γιατί όταν ηλικιωμένοι και άτομα με αναπηρίες παραμένουν εγκλωβισμένοι στα σπίτια τους, το ζήτημα παύει να είναι τεχνικό και μετατρέπεται σε κοινωνικό. Η παρατεταμένη αδυναμία πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες συνιστά έμμεσο κοινωνικό αποκλεισμό.
Εκτός όμως από τον αποκλεισμό, οι ηλικιωμένοι αντιμετωπίζουν και θέματα ηλικιακού ρατσισμού. Ένα τρανό παράδειγμα είναι και η μεγάλη – για πολλούς αφόρητη – αύξηση στα ασφάλιστρα χρήσης μηχανοκινήτου οχήματος, ζήτημα για το οποίο το Υπουργείο Οικονομικών απέρριψε εισήγηση μου για μερική έστω επιδότηση ομάδας εξ αυτών.
Οφείλουμε, λοιπόν, να διασφαλίσουμε αξιοπρεπείς συντάξεις, εύκολη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής φροντίδας, αλλά και ένα περιβάλλον όπου δεν θα αισθάνονται μόνοι ή παρείσακτοι.
Οι πολιτικές γήρανσης του πληθυσμού δεν μπορούν να μένουν στα χαρτιά. Πρέπει να μεταφράζονται σε πρακτικά μέτρα που διευκολύνουν την καθημερινότητά τους και ενισχύουν την ποιότητα ζωής
Την ίδια στιγμή, η νέα γενιά βιώνει μια διαφορετική, αλλά εξίσου σοβαρή κρίση. Την κρίση της προοπτικής. Οι νέοι μας σήμερα εργάζονται με επισφαλείς όρους, δυσκολεύονται να αποκτήσουν στέγη και καθυστερούν να δημιουργήσουν οικογένεια. Οι υψηλές τιμές των ενοικίων και των κατοικιών δεν τους επιτρέπουν να εγκαταλείψουν τη γονεϊκή στέγη και να δημιουργήσουν τη δική τους αυτόνομη ζωή.
Για τους νέους που αποτελούν τη δεύτερη και τρίτη γενιά προσφύγων, τα πράγματα είναι έτι χειρότερα, καθότι δεν μπορούν να αξιοποιήσουν ούτε σπιθαμή από την περιουσία που τους άφησαν οι γονείς και οι παππούδες τους. Εξ ου και επηρεάζονται σε μεγαλύτερο βαθμό από την αύξηση του πληθωρισμού, σε σχέση με τα παιδιά των μη εκτοπισθέντων.
Οι νέοι άνθρωποι χρειάζονται όχι μόνο πρόσβαση σε ποιοτική εκπαίδευση, και ευκαιρίες απασχόλησης, αλλά και σε προσιτή στέγη και εργαλεία για να μπορέσουν να δημιουργήσουν και να παραμείνουν στη χώρα. Οφείλουμε ως πολιτεία να καλλιεργήσουμε ένα περιβάλλον που δεν τους ωθεί να αναζητούν προοπτικές στο εξωτερικό αλλά τους επιτρέπει να παραμείνουν εδώ, με το κράτος να είναι αρωγός στις προσπάθειές τους. Τα προβλήματα αυτά λειτουργούν αλυσιδωτά και οδηγούν στο πρόβλημα της υπογεννητικότητας.
Σαν Βουλεύτρια, θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ και στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες στη δική μας κοινωνία. Ένα θέμα στο οποίο θα μπορούσε να επικεντρωθεί εξ ολοκλήρου η σημερινή μου ομιλία. Ωστόσο, θα περιοριστώ στην υπό-εκπροσώπηση τους, στα κέντρα λήψης των αποφάσεων, με αποτέλεσμα η κοινωνία μας να εξακολουθεί να αναπαράγει πατριαρχικά στερεότυπα που περιορίζουν όχι μόνο τις γυναίκες αλλά και τη δυναμική μας ως κράτος. Η ενδυνάμωση των γυναικών δεν σημαίνει σύγκρουση με τους άνδρες, σημαίνει ισότιμη συνύπαρξη, σεβασμό και αξιοποίηση όλων των ταλέντων της κοινωνίας. Γι’ αυτό είναι καθοριστικό να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε οι γυναίκες να βγουν μπροστά, να ακουστούν, να πιστέψουν στη δύναμη τους και να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους χωρίς φόβο και εμπόδια.
Οι αναβαθμίσεις λοιπόν, από οίκους αξιολόγησης, η αύξηση επενδύσεων και η βελτίωση του επιχειρηματικού κλίματος, δεν μπορεί να αποτελεί επιτυχία, την ώρα που η καθημερινότητα των ανθρώπων δεν βελτιώνεται. Δεν γίνεται να είμαστε “άριστοι” στις εκθέσεις των διεθνών οργανισμών και “ανύπαρκτοι” στις ανάγκες των ίδιων των πολιτών. Η ευημερία είναι το δικαίωμα όλων να ζουν με ποιότητα, αυτονομία και προοπτική.
Κυρία Πρόεδρε,
Κυρίες και κύριε συνάδελφοι,
Ως Βουλεύτρια της επαρχίας Κερύνειας, μιας επαρχίας που εξακολουθεί να φέρει το βάρος της κατοχής, αισθάνομαι την ανάγκη να υπογραμμίσω ότι ο προϋπολογισμός δεν είναι απλώς ένας οικονομικός πίνακας. Είναι ένα εργαλείο κοινωνικής πολιτικής, ένα μέσο ενίσχυσης της κοινωνικής συνοχής και ένας καθρέφτης των αξιών που θέλουμε να υπηρετεί το κράτος μας.
Καθώς, λοιπόν, η χρονιά αυτή φτάνει στο τέλος της, στεκόμαστε και πάλι αντιμέτωποι με τις ίδιες αγωνίες, τις ίδιες προσδοκίες, αλλά και τις ίδιες εκκρεμότητες που βαραίνουν τον τόπο μας εδώ και δεκαετίες. Καθήκον μας είναι να μιλάμε με ειλικρίνεια, να αναλαμβάνουμε ευθύνες και να διεκδικούμε όσα ο λαός μας αξίζει.
Και αυτά δεν είναι άλλα, από την πολυπόθητη και διαχρονική απαίτηση των εκτοπισθέντων για την απόδοση της απώλειας χρήσης των κατεχομένων περιουσιών τους και την αναγνώριση των εκλογικών δικαιωμάτων των εκ μητρογονίας προσφύγων.
Τα θέματα αυτά έχουν συζητηθεί πολλές φορές στις αρμόδιες κοινοβουλευτικές επιτροπές και έχουμε καταθέσει προτάσεις νόμου προς τη δίκαιη επίλυση τους.
Και στο σημείο αυτό, νοιώθω έντονα να απαντήσω σε αυτούς που τον τελευταίο καιρό δηλώνουν δημόσια ότι το ζήτημα των εκ μητρογονίας εκτοπισθέντων δεν μπορεί να επιλυθεί γιατί είναι πολιτικό. Αυτή η θέση δεν είναι ρεαλιστική. Είναι βολική.
Διότι όταν ένα πρόβλημα αφορά δικαιώματα πολιτών, δεν παύει να είναι πρόβλημα επειδή είναι πολιτικό. Αντίθετα, ακριβώς επειδή είναι πολιτικό, οφείλει να επιλυθεί πολιτικά.
Οι εκ μητρογονίας εκτοπισθέντες δεν ζητούν ειδική μεταχείριση. Ζητούν ίση μεταχείριση. Δεν ζητούν χάρη. Ζητούν αποκατάσταση μιας αδικίας που διαιωνίζεται εδώ και δεκαετίες.
Η Πολιτεία δεν μπορεί να επικαλείται δυσκολίες όταν το Σύνταγμα μιλά ξεκάθαρα για ισότητα ενώπιον του νόμου. Ούτε μπορεί να επικαλείται το Κυπριακό για να δικαιολογεί εσωτερικές διακρίσεις.
Όσοι πραγματικά υπηρετούν τους πρόσφυγες, δεν επιλέγουν τα εύκολα και τα ανώδυνα. Αγωνίζονται και για τα δύσκολα. Και η άρση της αδικίας εις βάρος των εκ μητρογονίας εκτοπισθέντων είναι ένα από τα δύσκολα- αλλά αναγκαία ζητήματα-
Η μη λύση δεν είναι ουδετερότητα. Είναι θέση. Και σε αυτό το θέμα η ουδετερότητα σημαίνει αποδοχή της αδικίας.
Αν μπορούμε να μιλάμε για δικαιώματα προσφύγων διεθνώς, οφείλουμε πρώτα να τα διασφαλίζουμε στο εσωτερικό μας. Γιατί μια Δημοκρατία κρίνεται όχι από το πως διαχειρίζεται τα εύκολα, αλλά από το αν έχει το θάρρος να διορθώνει τις δικές της αδικίες.
Η απόφαση της Κυβέρνησης για αναγνώριση των εκλογικών δικαιωμάτων της ομάδας αυτής μόνο για την τοπική αυτοδιοίκηση, δεν επιλύει το πρόβλημα, αλλά το καθιστά εξακολουθητικό.
Το θέμα αυτό δεν είναι τεχνικό, είναι βαθιά πολιτικό και άμεσα συνδεδεμένο με το εθνικό πρόβλημα. Γιατί όταν εμείς οι ίδιοι δεν αναγνωρίζουμε στους πολίτες μας ισότιμη υπόσταση και δικαιώματα, πώς μπορούμε να απαιτούμε από τη διεθνή κοινότητα να αναγνωρίσει το δίκαιο των δικών μας αξιώσεων;
Το θέμα της απόδοσης απώλειας χρήσης στους ιδιοκτήτες κατεχόμενων περιουσιών, είναι ένα ζήτημα που απασχολεί τον προσφυγικό κόσμο εδώ και δεκαετίες. Ενώ η πολιτεία θα έπρεπε να στηρίζει έμπρακτα αυτούς που έχασαν γη, περιουσία, μνήμες και μέλλον, είδαμε δυστυχώς την Κυβέρνηση να αρνείται να προβεί σε ουσιαστικές ενέργειες προς αυτή την κατεύθυνση. Η άρνηση του Υπουργού Οικονομικών για ενίσχυση του ταμείου απώλειας χρήσης με επιπρόσθετα έσοδα, πέραν των εσόδων που προκύπτουν από την επιβολή τους τέλους 0.4% στις αγοραπωλησίες ακινήτων προκαλεί την έντονη αντίδραση μας. Την έντονη αντίδραση μας προκαλεί επίσης η αναφορά του Υπουργού Οικονομικών ότι η απώλεια του προσφυγικού κόσμου δεν είναι τόσο οικονομική όσο πνευματική και ηθική.
Η απόδοση της απώλειας χρήσης, αποτελεί προεκλογική υπόσχεση του Προέδρου της Δημοκρατίας η οποία, δυστυχώς, δεν φαίνεται να υλοποιείται. Η άρνηση αυτή δεν είναι απλώς μια λογιστική απόφαση, είναι πολιτική στάση απέναντι σε μια ολόκληρη κατηγορία πολιτών που εδώ και πενήντα-ένα χρόνια πληρώνουν το τίμημα της κατοχής.
Η στάση της Κυβέρνησης στα δύο αυτά ζητήματα δεν αποτελεί απλώς μεμονωμένες πολιτικές αποφάσεις. Αποτελεί μέρος μιας συνολικότερης υποτίμησης των προσφυγικών δικαιωμάτων τη στιγμή που οι εξελίξεις τρέχουν και μας ξεπερνούν.
Την ίδια ώρα που εμείς εδώ συζητούμε ακόμη τα αυτονόητα, στα κατεχόμενα ξεδιπλώνεται ένα κύμα οικοδομικής ανάπτυξης.
Κατασκευάζονται οικιστικές ζώνες, τουριστικές μονάδες, ολόκληρες νέες «πόλεις» πάνω σε περιουσίες που ανήκουν σε Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες. Και όσο εμείς δεν θωρακίζουμε τα δικαιώματα και τη φωνή των εκτοπισθέντων, τόσο διευκολύνουμε τη σταδιακή αλλοίωση του ιδιοκτησιακού καθεστώτος στα κατεχόμενα.
Πώς θα διεκδικήσουμε αύριο αποτελεσματικά την επιστροφή των περιουσιών όταν σήμερα δεν στηρίζουμε ούτε την απόδοση της απώλειας χρήσης; Πώς θα απαιτήσουμε σε διεθνές επίπεδο σεβασμό στα δικαιώματα των νόμιμων ιδιοκτητών όταν εμείς οι ίδιοι αποκλείουμε πολίτες από τα εκλογικά τους δικαιώματα με τρόπο που μειώνει το δημοκρατικό και ηθικό μας έρεισμα;
Το εγγύς μέλλον των κατεχομένων γράφεται με μπουλντόζες, τσιμέντο και ξένες επενδύσεις. Και κάθε οικοδομή που ανεγείρεται εκεί, κάθε πώληση, κάθε ανάπτυξη, παγιώνει τετελεσμένα εις βάρος του Κυπριακού Ελληνισμού.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η Κυπριακή Δημοκρατία οφείλει να είναι αποφασιστική και όχι διστακτική. Πρέπει να ενισχύει, όχι να αποδυναμώνει, τα εργαλεία που διαθέτει για να στηρίξει τους νόμιμους ιδιοκτήτες και να διαφυλάξει τα δικαιώματα που απορρέουν από τη νομιμότητα και το διεθνές δίκαιο.
Η Κύπρος του μέλλοντος, η Κύπρος που οραματιζόμαστε, δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε αποκλεισμούς.
Τέλος, δεν θα μπορούσα να μην αναφερθώ στο ζήτημα των αγνοουμένων. Ένα ζήτημα που δεν αντέχει άλλες υπεκφυγές. Ναι, υπάρχουν σοβαρά και διαχρονικά εμπόδια από την τουρκική πλευρά. Αυτό όμως δεν απαλλάσσει τη δική μας πλευρά από τις ευθύνες της. Σήμερα 748 άνθρωποι εξακολουθούν να αγνοούνται, ενώ συγγενείς φεύγουν από τη ζωή χωρίς καν να λάβουν απάντηση. Την ίδια ώρα στην κατεχόμενη γη μας, γίνεται ανοικοδόμηση πάνω από οστά αγνοουμένων.
Και το ερώτημα είναι αμείλικτο. Τι κάνουμε; Οι συγγενείς των αγνοουμένων έχουν δικαίωμα στην αλήθεια. Όχι σε σιωπές, όχι σε καθυστερήσεις όχι σε επικοινωνιακή διαχείριση. Τούτο το θέμα δεν προσφέρεται για πολιτική ή οποιαδήποτε άλλη εκμετάλλευση. Κάθε χρήση του χωρίς ουσία και συνέχεια προσβάλλει τη μνήμη των αγνοουμένων και εξαντλεί τις οικογένειες τους. Όταν χτίζονται έργα πάνω από πιθανούς χώρους ταφής και εμείς περιοριζόμαστε σε δηλώσεις, η αδράνεια μετατρέπεται σε συνενοχή.
Η Πολιτεία οφείλει λοιπόν να απαιτήσει πάγωμα εργασιών σε ύποπτους χώρους, να διασφαλίσει άμεση πρόσβαση και διερεύνηση από τους αρμόδιους μηχανισμούς, να παρέχει ενιαία και τεκμηριωμένη ενημέρωση στους συγγενείς αλλά και στη Βουλή των Αντιπροσώπων και να ασκήσει ουσιαστική διεθνή πίεση όχι απλώς ρητορική.
Γιατί η αλήθεια δεν αναβάλλεται. Δεν θάβεται κάτω από το τσιμέντο. Και δεν ξεχνιέται.
Κυρία Πρόεδρε,
Αγαπητοί συνάδελφοι και συναδέλφισσες,
Η ευθύνη μας ως Βουλή δεν είναι απλώς να νομοθετούμε. Είναι να ακούμε, να διορθώνουμε και να ενώνουμε.
Οι ηλικιωμένοι μας μας έδωσαν θεμέλια.
Οι νέοι μας ζητούν προοπτική.
Οι γυναίκες επιβάλλεται να ενισχύσουν τη συμμετοχική δημοκρατία.
Οι πρόσφυγες μάς θυμίζουν τι σημαίνει απώλεια και ζητούν δικαίωση.
Οι αγνοούμενοι και οι οικογένειες τους μας καλούν να μην συμβιβαστούμε με τη λήθη.
Και οι εκ μητρογονίας εκτοπισθέντες, μας υπενθυμίζουν ότι η δικαιοσύνη δεν πρέπει να καθυστερεί.
Ας αποδείξουμε ότι αυτή η Βουλή μπορεί να σταθεί στο ύψος της ιστορίας και της κοινωνίας που εκπροσωπεί.
Σας ευχαριστώ και εύχομαι σε όλους καλά Χριστούγεννα με υγεία, δύναμη και αισιοδοξία για το νέο έτος.


