Ομιλία Χάρη Γεωργιάδη κατά τη συζήτηση του Προϋπολογισμού 2026

15 Δεκεμβρίου, 2025
https://disy.org.cy/wp-content/uploads/2025/12/Untitled-design-2025-12-16T210510.923.png

Κυρία πρόεδρε,

Κυρίες, κύριοι συνάδελφοι,

Πολλές φορές έχω τονίσει ότι, για τη δική μας πατρίδα, η οικονομία είναι εθνική υπόθεση. Δεν σχετίζεται μόνο με την ευημερία των πολιτών, δεν σχετίζεται μόνο με μισθούς και επιδόματα, αλλά με την ίδια την εθνική μας επιβίωση.

Επειδή πρώτη και βασική προϋπόθεση για την εθνική μας ασφάλεια και την κρατική μας υπόσταση, αυτό που θα ενισχύσει την διπλωματική μας θέση, και θα μας επιτρέψει να αντιμετωπίσουμε τις επικίνδυνες προκλήσεις της Τουρκίας, είναι η ισχυρή οικονομία.

Αυτά έλεγα και συναισθανόμουν όταν υπηρετούσα ως υπουργός Οικονομικών, σε μια κυβέρνηση που σήκωσε το βάρος της ανάκαμψης, και αυτό είναι το πρώτο που θέλω να τονίσω και σήμερα.

Κατ’ ακρίβεια, αυτή η διάσταση της οικονομίας είναι σήμερα πιο έντονη από ποτέ.

Πρώτο, επειδή ποτέ προηγουμένως δεν ήταν πιο έντονη η απειλή από μια Τουρκία που απροκάλυπτα επιζητεί την περιφερειακή επικυριαρχία.

Και δεύτερο, επειδή η ψευδαίσθηση της διαρκούς ειρήνης, που είχε καλλιεργηθεί μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου έχει βίαια τερματιστεί.  Και η διεθνής τάξη —με όλες τις ατέλειες που την χαρακτήριζαν— αμφισβητείται ευθέως από δυνάμεις του αναθεωρητισμού και του αυταρχισμού, με αποκορύφωμα βεβαίως τη απαράδεκτη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Η δε Ευρώπη, που είχε νιώσει τόσο άνετα ώστε τις τελευταίες δεκαετίες μείωσε τις αμυντικές δαπάνες στο μισό, που επέλεξε μια σχέση ενεργειακής εξάρτησης από την Ρωσία του Πούτιν, που βολεύτηκε κάτω από την ασπίδα προστασίας της Αμερικής, σπεύδει σήμερα αμήχανα να ανασυνταχθεί και να φροντίσει για την ασφάλεια της.

Πως όμως θα τα καταφέρει, είναι το ερώτημα, όταν η ευρωπαϊκή οικονομία χάνει συνεχώς έδαφος. Μέχρι πριν από δεκαπέντε περίπου χρόνια η ευρωπαϊκή και η αμερικανική οικονομία είχαν το ίδιο μέγεθος. Σήμερα, η αμερικανική οικονομία είναι ενάμιση φορά μεγαλύτερη από την ευρωπαϊκή, που δυστυχώς έχει γονατίσει κάτω από το βάρος της υπέρμετρης γραφειοκρατίας και της υπέρμετρης φορολογίας. Η κοινή αγορά, που βασίστηκε στο άνοιγμα των αγορών – αυτή ήταν η βάση της ευρωπαϊκής οικονομικής ολοκλήρωσης – ουσιαστικά ακυρώνεται από το όγκο των ρυθμίσεων, οδηγιών, νομοθεσιών και κανονισμών που εκπορεύονται από τις Βρυξέλλες.

Η ευρωπαϊκή αφύπνιση πρέπει λοιπόν να ξεκινήσει από την οικονομία. Επειδή χωρίς οικονομική ευρωστία δεν υπάρχει ούτε ασφάλεια, ούτε ευημερία.

Και αυτό επιβάλλει πολιτικές που ενθαρρύνουν τις επενδύσεις, την καινοτομία, την επιχειρηματικότητα. Που θα απελευθερώνουν τις παραγωγικές δυνάμεις, αντί να τις κρατούν καθηλωμένες.

Και αυτή ακριβώς, πρέπει να είναι η κατεύθυνση και για τη χώρα μας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι η κατάσταση της οικονομίας μας είναι καλή. Διατηρεί την αναπτυξιακή δυναμική της τελευταίας δεκαετίας, αλλά και τα βελτιωμένα διαρθρωτικά χαρακτηριστικά που έχουν προκύψει μέσα από τη μεγάλη μεταρρυθμιστική προσπάθεια της περιόδου που ακολούθησε την οικονομική κρίση.

Σημειώνω βέβαια, σε σχέση με αναφορά συμπολιτευόμενου βουλευτή, ότι στην επενδυτική βαθμίδα η Κύπρος δεν επανήλθε τώρα, αλλά το 2018, καταγράφοντας την ταχύτερη επάνοδο κράτους που είχε βρεθεί στον πάτο των αξιολογήσεων.

Δυσκολίες ασφαλώς υπάρχουν, αλλά η ανεργία έχει περιοριστεί στο ελάχιστο, οι δείκτες κατανομής εισοδήματος έχουν βελτιωθεί, και οι καταθέσεις του κόσμου είναι ασφαλείς. Και θα είναι ασφαλείς όσο μια υπεύθυνη πλειοψηφία στη Βουλή συνεχίσει να στέκεται ως ανάχωμα στις επικίνδυνες ανευθυνότητες του ΑΚΕΛ που και σήμερα ακούσαμε να επαναλαμβάνονται.

Με ιδιαίτερη ικανοποίηση καταγράφω το γεγονός ότι ο προϋπολογισμός, για άλλη μια χρονιά, κινείται στα πλαίσια της συνετής δημοσιονομικής πολιτικής που έχει καθιερωθεί μετά το 2013.

Και είναι πραγματικά εντυπωσιακό το γεγονός, ότι από τότε που σταμάτησαν να έρχονται ελλειμματικοί προϋπολογισμοί στη Βουλή, σταμάτησε και το ΑΚΕΛ να τους ψηφίζει. Μόνο όταν δαπανούσαμε λεφτά που δεν είχαμε, ήταν ικανοποιημένο το ΑΚΕΛ, που μας θυμίζει με κάθε ευκαιρία ότι ουδέν  διδάχθηκε από τα λάθη του που τόσο πολύ μας κόστισαν.

Για μας, η δημοσιονομική σταθερότητα αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο της οικονομικής σταθερότητας. Όμως ποτέ δεν είναι από μόνη της αρκετή. Η δημοσιονομική πειθαρχία πρέπει να συνδυάζεται με συνεχή μεταρρυθμιστική προσπάθεια. Με πολιτικές που ενθαρρύνουν την οικονομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις. Έτσι λειτουργήσαμε την προηγούμενη δεκαετία και έτσι ακριβώς έπρεπε να λειτουργούσαμε και σήμερα.

Και είναι εδώ που η ικανοποίηση για την κυβερνητική πολιτική μετατρέπεται σε απογοήτευση.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Στο πλαίσιο της εξέτασης του προϋπολογισμού στην αρμόδια Επιτροπή, ζήτησα από τον υπουργό να μας αναφέρει ποιες είναι οι πολιτικές -πέραν του προϋπολογισμού –  που έχει προωθήσει και εφαρμόσει η παρούσα κυβέρνηση προκειμένου να έχουμε αυτή την καλή εικόνα της οικονομίας. Να μας έλεγε δηλαδή 2-3 κυβερνητικά μέτρα που έχουν συμβάλει για να έχουμε τα ικανοποιητικά, πράγματι, οικονομικά αποτελέσματα. Αυτή είναι η απάντηση του από τα πρακτικά της Βουλής.

Το πρώτο που ανέφερε ο υπουργός είναι τη φορολογική μεταρρύθμιση η οποία, όπως μας είπε, έχει ως στόχο «να διατηρηθεί η ανθεκτικότητα της οικονομίας και να συνεχιστεί η αναπτυξιακή πορεία». Συμφωνώ ότι είναι σημαντική η φορολογική μεταρρύθμιση, δυσκολεύομαι όμως να κατανοήσω πως τα καλά αποτελέσματα της οικονομίας είναι αποτέλεσμα μιας μεταρρύθμισης που ήρθε στη Βουλή πριν από ένα μόλις μήνα και η οποία ούτε έχει ψηφιστεί, ούτε και εφαρμοστεί.

Το δεύτερο που ανέφερε ο υπουργός ως «μια πολύ σημαντική πρωτοβουλία» είναι την προσπάθεια συγκράτησης του κρατικού μισθολογίου. Και πάλι με προβλημάτισε αυτή η αναφορά. Επειδή στα τρία χρόνια της παρούσας διακυβέρνησης το μισθολόγιο αυξάνεται με ρυθμό ανεξέλεγκτο. Το σωρευτικό αποτέλεσμα των μαζικών προσλήψεων, των γενικών αυξήσεων, της επαναφοράς επιδομάτων και της ΑΤΑ, είναι η αύξηση στο κόστος του μισθολογίου από τα €3.18 δις τον χρόνο, στα €4.38 δις τον χρόνο, καταγράφοντας δηλαδή αύξηση που προσεγγίζει στο 40%. Φανταστείτε δηλαδή να μην γινόταν σοβαρή προσπάθεια συγκράτησης του μισθολογίου.

Και κατέληξε ο υπουργός λέγοντας πως «αυτές είναι οι αλλαγές, πέραν από τις άλλες που γίνονται… Νομική Υπηρεσία, δικαιοσύνη διότι είναι σημαντικό η δικαιοσύνη να δίνεται την ώρα που πρέπει». Δεν χρειάζεται κάποιο δικό μου σχόλιο.

Απλώς να επαναλάβω την απογοήτευση μου επειδή παρά τις επαναλαμβανόμενες κυβερνητικές διακηρύξεις, παρά τη ετοιμότητα του Δημοκρατικού Συναγερμού να προσφέρει στήριξη, η μεταρρυθμιστική προσπάθεια έχει ατονήσει.

Πέραν από τη φορολογική μεταρρύθμιση που καθυστέρησε υπερβολικά, οι αναγκαίες αλλαγές στο ΓεΣΥ έχουν μπει στο ράφι. Η εξαγγελία για ενιαία εποπτική αρχή για τον τομέα των υπηρεσιών έχει ξεχαστεί. Αντί της μεταρρύθμισης της ΑΤΑ υπήρξε πλήρης και αστόχευτη επαναφορά.  Οι κυβερνητικές προτάσεις για τη σημαντική μεταρρύθμιση της Νομικής και της Ελεγκτικής Υπηρεσίας προωθήθηκαν πρόχειρα και έχουν κριθεί ως ημιτελείς και προβληματικές. Τα ίδια ισχύουν για την πολυδιαφημισμένη πρόταση για επαναπατρισμό Κυπρίων επαγγελματιών ή για την ιδιωτικοποίηση του χρηματιστηρίου. Αποσύρθηκαν για να υποβληθούν ξανά.

Παρόμοια είναι η εικόνα σε σχέση με τις επενδύσεις. Κανένα νέο μεγάλο έργο δεν έχει προωθηθεί από την παρούσα κυβέρνηση. Αντιθέτως, εξαιρετικά σημαντικές επενδύσεις που βρίσκονταν σε εξέλιξη – στον τομέα της ενέργειας και αλλού –  έχουν εκτροχιαστεί.

Και εδώ παραδόξως το αφήγημα αλλάζει.

Ενώ για την καλή κατάσταση της οικονομίας η κυβέρνηση διεκδικεί δάφνες, χωρίς να είναι καλά-καλά σε θέση να απαριθμήσει 2-3 δικές της ενέργειες που οδήγησαν σε αυτή την καλή πορεία, για όλα τα προβλήματα η ευθύνη αποδίδεται στους προηγούμενους.

Δεν γίνεται όμως όλα τα καλά να τα διεκδικεί η σημερινή κυβέρνηση, και όλα τα κακά να τα φορτώνει στην προηγούμενη.

Εμείς αναγνωρίζουμε τις προσπάθειες της κυβέρνησης, ποτέ δεν επιλέξαμε την οδό του μηδενισμού. Και είμαστε έτοιμοι, το λέω ξανά, να προσφέρουμε στήριξη.

Όπως αναμένουμε ότι η κυβέρνηση επιτέλους θα κυβερνήσει.

Επειδή και προβλήματα να υπάρχουν, ρόλος μιας κυβέρνησης είναι να τα αντιμετωπίζει και να τα επιλύει, όχι να τα οδηγεί σε αδιέξοδο.

Και δεν μπορώ παρά να καταγράψω, σε αυτό το σημείο, την ηχηρή προειδοποίηση του Νικόλα Παπαδόπουλου για τις επιλογές και χειρισμούς της παρούσας κυβέρνησης σε σχέση με το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης. Χειρισμούς που ο ίδιος χαρακτήρισε ως ακατανόητους.

Όταν όμως δεν κατανοεί τους κυβερνητικούς χειρισμούς ο αρχηγός του μεγαλύτερου συμπολιτευόμενου κόμματος, από το κόμμα του οποίου προέρχεται τόσο ο υπουργός Οικονομικών όσο και ο υπουργός Ενέργειας, φανταστείτε εμείς.

Εξίσου ακατανόητη είναι βέβαια και η συνεχής επινόηση κινδύνων και ενστάσεων. Σήμερα ακούσαμε και για ένα φαράγγι στα ανοιχτά της Κρήτης.

Εκτός και εάν αυτό που τελικά ανησυχεί κάποιους, δεν είναι το ενδεχόμενο να μην ολοκληρωθεί το έργο, αλλά το αντίθετο. Δηλαδή να γίνει, και να άρει την ενεργειακή απομόνωση της χώρας μας, αλλά ταυτόχρονα να άρει και τα ολιγοπώλια που για χρόνια λειτουργούν εις βάρος των καταναλωτών.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Θα ήλπιζα τουλάχιστον ότι στην άμυνα τα πράγματα θα ήταν διαφορετικά. Εξάλλου μια από τις πρώτες δημόσιες εξαγγελίες του προέδρου της Δημοκρατίας ήταν η αύξηση των δαπανών για εξοπλισμούς στο 2% του ΑΕΠ, που θα ανέβαζε το συνολικό ποσοστό των αμυντικών δαπανών κοντά στο 3.5% του ΑΕΠ. Θα φτάναμε έτσι σε ένα ποσοστό ανάλογο με αυτό των αμυντικών δαπανών της Ελλάδας, η οποία επίσης πέρασε από κρίση αλλά ανακάμπτοντας σωστά ιεραρχεί και επενδύει στην αμυντική της θωράκιση.

Στην Κύπρο όμως, οι αμυντικές δαπάνες παραμένουν καθηλωμένες στο 1.7%. Υπήρξαν εξαγγελίες πολλές, αλλά ούτε ένα νέο, κύριο εξοπλιστικό πρόγραμμα από τότε που η κυβέρνηση ανέλαβε.

Είναι προφανώς ζήτημα προτεραιοτήτων.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Σε αντίθεση με τη μέτρια εικόνα που καταγράφεται στο εσωτερικό, οφείλω να εκφράσω την ικανοποίηση μου για την εξωτερική πολιτική. Κυρίως για την επιβεβαίωση του αδιαμφισβήτητου δυτικού προσανατολισμού της χώρας μας. Υπάρχει πράγματι συνέχεια με την εξωτερική πολιτική της προηγούμενης διακυβέρνησης.

Και εκφράζω τη βεβαιότητα μου ότι η επικείμενη κυπριακή προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα είναι επιτυχής. Και θα είναι ταυτόχρονα μια ευκαιρία για τη χώρα μας να αποδείξει και να επιβεβαιώσει ότι παρά την ανοικτή πληγή της τουρκικής κατοχής, δεν τα έβαλε κάτω.

Κατάφερε μέσα από την προσπάθεια διαδοχικών κυβερνήσεων, αλλά κυρίως μέσα από τη συλλογική προσπάθεια των Ελλήνων της Κύπρου, να σταθεί ξανά στα πόδια της. Με κορυφαία επιβεβαίωση την συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κυρίες και κύριοι συνάδελφοι,

Ίσως η επικείμενη κυπριακή προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να είναι και μια ευκαιρία να προβούμε σε μια νηφάλια ανασκόπηση. Να αναγνωρίσουμε ασφαλώς ότι υπάρχουν πολλά που πρέπει να γίνουν ακόμη, αλλά να αναγνωρίσουμε την ίδια ώρα και τα σημαντικά που έχουμε πετύχει.

Και ίσως έτσι να βρούμε το σθένος να αντισταθούμε στις σειρήνες του λαϊκισμού και των άκρων. Που όχι μόνο δεν προσφέρουν προοπτική και διέξοδο, αλλά που θα διακυβεύσουν όλα όσα με κόπους και θυσίες έχουμε πετύχει.

Επειδή τελικά, αυτή είναι η επιλογή. Μια επιλογή μεταξύ της πολιτικής υπευθυνότητας και της συνεννόησης των δυνάμεων που βλέπουν μπροστά, και του επικίνδυνου και καταστροφικού λαϊκισμού και του δήθεν αντισυστημισμού που θα μας πάρει πίσω.

https://disy.org.cy/wp-content/uploads/2023/09/logo-site-members.disy_.cy_.png
Επικοινωνία
22883000
Πινδάρου 25, Λευκωσία

Χρήση Cookies | Όροι Χρήσης Ιστοσελίδας
© 2025 ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΚΟΣ ΣΥΝΑΓΕΡΜΟΣ. All Rights Reserved.